Ένα τριαντάφυλλο για την Κλυτώ σήμερα 9 Μαίου - Μία πολύ ωραία ιστορία του Χρήστου Χωμενίδη‏ στο Protagon

Μία φορά το χρόνο έμπαινε ο πατέρας μου σε εκκλησία: Κάθε ενάτη Μαϊου. Δεν φίλαγε εικονίσματα, δεν έκανε καν τον σταυρό του. Άναβε μόνο δυο κεράκια και στεκόταν για λίγο σιωπηλός. «Το ένα είναι για τον παππού σου. Το άλλο για την Κλυτώ…», μου εξηγούσε όταν βγαίναμε στο προαύλιο.

Μία φορά το χρόνο έμπαινε ο πατέρας μου σε εκκλησία: Κάθε ενάτη Μαϊου. Δεν φίλαγε εικονίσματα, δεν έκανε καν τον σταυρό του. Άναβε μόνο δυο κεράκια και στεκόταν για λίγο σιωπηλός. «Το ένα είναι για τον παππού σου. Το άλλο για την Κλυτώ…», μου εξηγούσε όταν βγαίναμε στο προαύλιο.

Την ιστορία του παππού μου μπορούσα να τη βρω -ως σύντομη τουλάχιστον αναφορά- και στα βιβλία. Ο Χρήστος Χωμενίδης, γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας, ιδρυτικό μέλος του ΕΑΜ, σταλμένος από την Κυβέρνηση των Βουνών στην Πελοπόννησο για να διοργανώσει τις ελεύθερες εκλογές, συνελήφθη από τους Γερμανούς ενώ διέσχιζε με βάρκα τον Κορινθιακό, φυλακίστηκε και απαγχονίστηκε στην Πάτρα στις 9 Μαΐου του 1944. Όσα περαιτέρω στοιχεία μάθαινα από ανθρώπους κυρίως που τον είχαν γνωρίσει προσωπικά («εγώ θα σου πω για τον παππούλη σου!» μου έταζαν διάφοροι πρέσβυτες και με καλούσαν σιμά τους) μεγάλωναν τον μύθο του. Ότι ήταν εξαιρετικά μορφωμένος, απ’ τους ελάχιστους της γενιάς του που είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό. Πως ήτανε μπαρουτοκαπνισμένος -πολεμιστής στη Μικρασία- μα και παράλληλα κομψότατος, σε μια φωτογραφία του 1925 εικονίζεται στο Παρίσι με μαύρο κοστούμι, ρεπούμπλικα, μονόκλ και δερμάτινες γκέτες. Πως είχε πρωτοστατήσει στη δημιουργία ενός σοσιαλδημοκρατικής κατεύθυνσης κινήματος, που όμως δεν μπορούσε να έχει και σπουδαία τύχη στην πολωμένη Ελλάδα του Μεσοπολέμου, όπου ο κόσμος διχαζόταν σε Βενιζελικούς και Βασιλόφρονες και όσοι ριζοσπαστικοποιούνταν, ακολουθούσαν το ΚΚΕ. Πως είχε δώσει το 1930 μία διάλεξη για τη Βιολογία, χαρακτηρίζοντάς την επιστήμη του μέλλοντος. Πως είχε παντρευτεί μια πληθωρικότατη γυναίκα, τη γιαγιά μου, αδελφή του Δημήτρη Γληνού, όμως είχαν χωρίσει ύστερα από λίγους μόλις μήνες -τι τόλμη για τα συμβατικά εκείνα χρόνια!- λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Πως διέθετε αξιοσημείωτη ευφράδεια και γοητεία – «όλες τον ερωτεύονταν τον πάππο σου!», μου είπε πρόσφατα μία κυρία ενενήντα ετών και μου τον σκιαγράφησε με χρώματα που δεν αποτυπώνονται εκ των πραγμάτων σε καμία φωτογραφία. Ότι αντιμετώπισε με παρρησία το εκτελεστικό απόσπασμα, επικεφαλής του οποίου -σύμφωνα με μία τρομερή φήμη- ήταν ο μετέπειτα δικτάτωρ Γεώργιος Παπαδόπουλος, ταγματασφαλίτης τότε στην Πάτρα.   

Η Κλυτώ όμως ποια ήταν; Η Κλυτώ ήταν η σύντροφος της ζωής του. Δεν είχαν παντρευτεί, καθώς εμφορούμενοι από επαναστατικό πνεύμα απέρριπταν πλέον αμφότεροι τέτοια καλούπια. Συζούσαν σε ένα σπίτι στα Εξάρχεια αλλά και σε όποιο νησί του Αιγαίου βρισκόταν ο παππούς μου εξόριστος. Η Κλυτώ διέθετε τη μόρφωση μιας μοσχαναθρεμμένης θυγατέρας στρατηγού της εποχής - μετέφραζε από τα γαλλικά, ήξερε πιάνο. Περιγράφεται επίσης ως κοκέτα, μπριόζα, αισθησιακή, όμορφη, μα κυρίως ωραία. Σε μια από τις λίγες της φωτογραφίες που έχω δει, παίζει πινάκλ και χαμογελά στο φακό τσαχπίνικα, κρύβοντας το μισό της πρόσωπο πίσω απ’ τα τραπουλόχαρτα. Κατά την Κατοχή παρέμεινε εξαιρετική -λένε- οικοδέσποινα και ας μην είχε να κεράσει τους επισκέπτες παρά την μπομπότα και το υποκατάστατο του καφέ ρεβυθόζουμο που μοίραζαν στα συσσίτια. Το φρόνημα όσο και το κέφι της διατηρούνταν αμείωτο – κι εκείνη όπως και ο παππούς μου κάθε άλλο παρά προσέβλεπαν σε ένα ηρωικό τέλος. Έλπιζαν ότι θα συνέβαλλαν στη δημιουργία μιας καινούριας Ελλάδας. Ζούσαν σε αισιόδοξους, κατά βάθος, καιρούς.

Αρκετοί -υποθέτω- θα είχατε μιαν ανάλογη με την Κλυτώ γιαγιά ή θεία, που η προσωπικότητά της θα σας μεταφέρθηκε μέσα από οικογενειακές διηγήσεις. Φανταστείτε λοιπόν εκείνη την κοπέλα, τριανταδύο χρονών ήταν μόνο, να φτάνει το πρωί της ενάτης Μαΐου στις φυλακές της Πάτρας για να επισκεφθεί τον αγαπημένο της. «Ο άντρας σου σε περιμένει στην πλατεία», της λένε οι δεσμοφύλακες. Ανυποψίαστη σπεύδει και τον αντικρίζει να αιωρείται από ένα δέντρο, ανάμεσα σε άλλους εννιά κρεμασμένους. Ο δήμιός του, του έχει κλέψει το ρολόι, φοράει ωστόσο -ανατριχιαστική λεπτομέρεια- το επίσημο κοστούμι του, που δεν το είχε πουλήσει στη μαύρη αγορά γιατί σκόπευε να το βάλει την ημέρα της Απελευθέρωσης. Η Κλυτώ πέφτει στα πόδια του και σπαράζει. Ζητάει το σώμα του -«αύριο θα το πάρεις» την πληροφορούν οι τσολιάδες- οι εκτελεσθέντες έπρεπε να μένουν σε κοινή θέα επί μιαν ολόκληρη μέρα προς παραδειγματισμόν των περαστικών. Την επομένη καταφέρνει, χρηματίζοντας τον νεκροθάφτη, να τον βάλει σε έναν ατομικό και όχι στον ομαδικό τάφο. Πηγαίνει στα πεθερικά της στην Ακράτα Αχαΐας.

Βρίσκεται σε απόλυτη απόγνωση. Ζητάει από τον πατέρα μου να μείνει μαζί της όμως εκείνος -δεκατριών χρονών παιδί- όσο και να την αγαπάει, λαχταράει να επιστρέψει στη μαμά του. Αποπειράται να αυτοκτονήσει, τη σώζουν την τελευταία στιγμή. Οι περισσότερες γυναίκες που χάνουν τους άντρες τους είτε ξαναφτιάχνουν τη ζωή τους είτε γερνάνε διακονώντας την ηρωική τους μνήμη. Μα η Κλυτώ δεν έχει τέτοια πρόθεση. «Βρήκα μια εξαιρετική μοδίστρα που το έσκασε από τα καμένα Καλάβρυτα!», λέει μια μέρα στις κουνιάδες της. «Πρέπει όλες να ραφτούμε για το μνημόσυνο του Χρήστου…». Εκλαμβάνουν εκείνες τον ενθουσιασμό της ως καλό σημάδι. Καλούν τη μοδίστρα σπίτι, ξεκινάνε τις πρόβες. Ανάμεσα σε μεζούρες και υφάσματα, η Κλυτώ διαφεύγει της προσοχής τους. Παίρνει μια μαύρη ζώνη, βγαίνει στο περιβόλι και κρεμιέται από μια λεμονιά.

Την ιστορία αυτή την άκουγα από τα παιδικά μου χρόνια με την ίδια πάντα συγκίνηση. Ένιωθα ένα χρέος προς την Κλυτώ, δεν ήξερα όμως πώς να το εξοφλήσω. Κι ένα βιβλίο ακόμα θα κινδύνευε -λόγω της απόστασής μου από τα γεγονότα και τα πρόσωπα- να γλιστρήσει είτε προς τον μελοδραματισμό είτε προς την ψυχρότητα. Ώσπου ένα απόγευμα, όταν η καλή μου ήταν έγκυος στην κόρη μας, πληροφορήθηκα τυχαία ένα περιστατικό, το οποίο μου έδειξε το δρόμο: Δύο γυναίκες είχαν, λέει, πλησιάσει την Κλυτώ, τον καιρό που περιπλανιόταν απεγνωσμένη στην Ακράτα. «Τι τον κλαις», της είχαν πει «τόσο πολύ τον Χωμενίδη; Αφού δεν είσαι χήρα του! Δεν σε είχε στεφανώσει! Δεν σου είχε δώσει το όνομά του!». Ευθύς κατάλαβα τι της χρωστούσαμε.

Τώρα που γράφω, μια τρίχρονη σχεδόν Νίκη-Κλυταιμνήστρα Χωμενίδη τρώει το φρούτο της και αδημονεί να πάει στην παιδική χαρά.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ