Συγκλονιστικό Vintage Story: Όταν το 1871 δημοσιογράφος ξαναβρίσκει τον χαμένο για χρόνια εξερευνητή στα βάθη της Αφρικής

.......Ο ξεναγός μας, ο κ. Μπίνγκο, μας καλωσορίζει θερμά. «Στο σημείο όπου ανεγέρθηκε το μνημείο», εξηγεί, «υπήρχε κάποτε ένα τεράστιο δέντρο μάνγκο, κάτω από το οποίο ο Στάνλεϊ συνάντησε τον Λίβινγκστον». Τώρα εκεί υπάρχουνδύο πελώρια δέντρα μάνγκο.

 «Βλέπετε», συνεχίζει, «τη δεκαετία του 1920 ήταν φανερό ότι το αρχικό δέντρο μάνγκο πέθαινε. Οι προσπάθειες για τη διάσωσή του απέτυχαν. Έτσι λοιπόν, φύτεψαν κοντά στο μνημείο δύο μπολιασμένα δενδρύλλια».

Ποιος Ήταν ο Λίβινγκστον;

Ενώ καθόμαστε στη σκιά ενός από τα δέντρα μάνγκο, ο κ. Μπίνγκο εξηγεί ότι ο Ντέιβιντ Λίβινγκστον γεννήθηκε το 1813 σε μια μικρή πόλη της Σκωτίας, το Μπλαντάιρ. «Μολονότι μεγάλωσε στη φτώχεια, κατάφερε να έχει εργασία ώστε να μπορεί να πηγαίνει στο σχολείο, και έλαβε εκπαίδευση ως γιατρός και ιεραπόστολος». Μαθαίνουμε ότι η Ιεραποστολική Εταιρία του Λονδίνου έστειλε τον Λίβινγκστον στην Αφρική, όπου δαπάνησε 30 χρόνια από τη ζωή του, αποκτώντας φήμη ως εξερευνητής και ιεραπόστολος.

«Ο Δρ Λίβινγκστον ήρθε στην Αφρική τρεις φορές», λέει ο ξεναγός μας. «Πρώτη φορά ήρθε στη Νότια Αφρική το 1841. Το 1845, ο Λίβινγκστον παντρεύτηκε μια γυναίκα ονόματι Μαίρη Μόφατ, κόρη ενός άλλου ιεραποστόλου, του Ρόμπερτ Μόφατ». Ο Λίβινγκστον απέκτησε με τη Μαίρη τέσσερα παιδιά. Και παρ’ όλο που εκείνη τον συνόδευε σε πολλά από τα ταξίδια του, το πάθος του Λίβινγκστον για την εξερεύνηση δεν του άφηνε πολύ χρόνο για οικογενειακή ζωή. Η Μαίρη Λίβινγκστον πέθανε από ελονοσία το 1862 ενώ τον συνόδευε σε μια από τις αποστολές του.

Η Νέα Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα (The New Encyclopædia Britannica) λέει: «Ο Λίβινγκστον ήταν έτοιμος να προωθήσει το Χριστιανισμό, το εμπόριο και τον πολιτισμό—την τριάδα που πίστευε ότι θα άνοιγε νέους ορίζοντες στην Αφρική—προς τα βόρεια, πέρα από τα σύνορα της Νότιας Αφρικής, και μέσα στην καρδιά της ηπείρου. Σε μια περίφημη δήλωση που έκανε το 1853 εξέθεσε ξεκάθαρα το σκοπό του: “Ή θα ανοίξω δίοδο στην ενδοχώρα ή θα πεθάνω”». Έτσι λοιπόν, τα ταξίδια του Λίβινγκστον δεν είχαν αποκλειστικό σκοπό τη διάδοση του ευαγγελίου. Αυτός υποστήριζε με πάθος την κατάργηση του δουλεμπορίου. Επίσης, άρχισαν να τον συναρπάζουν οι εξερευνήσεις και έθεσε ως στόχο του να ανακαλύψει τις πηγές του Νείλου.

Ωστόσο, ο Λίβινγκστον αντιλήφθηκε ότι το εγχείρημα ήταν τόσο μεγάλο ώστε δεν μπορούσε να το επιτύχει μόνος του. Το 1857 είπε σε μια ομάδα νεαρών στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ: «Ξέρω ότι σε λίγα χρόνια θα πεθάνω σε εκείνη τη χώρα, η οποία είναι τώρα ανοιχτή. Μην την αφήσετε να απομονωθεί ξανά! Επιστρέφω στην Αφρική για να προσπαθήσω να ανοίξω το δρόμο στο εμπόριο και στη Χριστιανοσύνη. [Θα] συνεχίσετε άραγε το έργο που ξεκίνησα; Το αφήνω σε εσάς».

Πάντως, ο Λίβινγκστον έκανε εκτεταμένα ταξίδια σε όλη την κεντρική Αφρική. Μεταξύ άλλων, ανακάλυψε τους τεράστιους καταρράκτες του ποταμού Ζαμβέζη, τους οποίους ονόμασε Καταρράκτες της Βικτόριας, από το όνομα της βασίλισσας της Αγγλίας. Αργότερα περιέγραψε τους καταρράκτες ως “το πιο υπέροχο θέαμα που είχε αντικρίσει στην Αφρική”.

Η Αναζήτηση

«Το τελευταίο ταξίδι του Λίβινγκστον», εξηγεί ο ξεναγός μας, «άρχισε το 1866. Ωστόσο, δημιουργήθηκαν προβλήματα ανάμεσα στους βοηθούς του. Μερικά από τα μέλη της ομάδας του τον εγκατέλειψαν και επέστρεψαν στη Ζανζιβάρη, όπου διέδωσαν τη φήμη ότι ο Λίβινγκστον ήταν νεκρός. Αλλά ο Λίβινγκστον συνέχισε. Στο Ουτζίτζι, στην ανατολική όχθη της λίμνης Τανγκανίκα, εγκατέστησε τη βάση των αποστολών του.

»Η Ευρώπη, ωστόσο, είχε να ακούσει νέα από τον Λίβινγκστον περίπου τρία χρόνια. Πίστευαν πως ήταν νεκρός. Γι’ αυτό, ο εκδότης της εφημερίδας Κήρυκας της Νέας Υόρκης (New York Herald) έστειλε έναν δημοσιογράφο ονόματι Χένρι Μόρτον Στάνλεϊ για να βρει τον Λίβινγκστον—ζωντανό ή νεκρό. Ο Λίβινγκστον, βεβαίως, κάθε άλλο παρά είχε χαθεί. Αλλά είχε απελπιστική ανάγκη από εφόδια και ήταν πολύ άρρωστος. Το Νοέμβριο του 1871, ένας από τους υπηρέτες του Λίβινγκστον ήρθε στο σπίτι του φωνάζοντας: “Μζούνγκου ανακούγια! Μζούνγκου ανακούγια!”» Αυτό στη γλώσσα σουαχίλι σημαίνει «Έρχεται ένας λευκός!»

Στην πραγματικότητα, ο Στάνλεϊ είχε δαπανήσει σχεδόν οχτώ μήνες ψάχνοντας για τον Λίβινγκστον. Πρώτα πέρασε στην Αφρική μέσω της Ινδίας, φτάνοντας στο νησί Ζανζιβάρη στις 6 Ιανουαρίου 1871. Στις 21 Μαρτίου 1871, ξεκίνησε από την πόλη Μπαγκαμόγιο, στην ανατολική ακτή, με έξι τόνους εφόδια και 200 μισθωτούς άντρες. Η αχαρτογράφητη αποστολή, που θα κάλυπτε 1.500 χιλιόμετρα, θα αποδεικνυόταν επικίνδυνη! Δυνατές βροχές πλημμύρισαν τα ποτάμια. Ο Στάνλεϊ και οι άντρες του υπέφεραν από ελονοσία και άλλες αρρώστιες, καθώς και από εξάντληση. Όλα τα ποτάμια έβριθαν από κροκόδειλους. Ο Στάνλεϊ είδε έντρομος κάποιον από αυτούς να παρασύρει στο θάνατο ένα από τα τελευταία γαϊδούρια του. Σε μια άλλη περίπτωση, ο ίδιος μόλις που κατάφερε να ξεφύγει από τα σαγόνια ενός κροκόδειλου! Παρ’ όλα αυτά, ο Στάνλεϊ ήταν απολύτως αποφασισμένος να πετύχει. Οι φήμες για έναν πολύ ηλικιωμένο λευκό που ζούσε στην περιοχή του Ουτζίτζι τον ενθάρρυναν.

Καθώς ο Στάνλεϊ πλησίαζε στο Ουτζίτζι, προετοιμαζόταν για τη συνάντηση. Το βιβλίο Στάνλεϊ (Stanley), του Ρίτσαρντ Χολ, λέει: «Ο Στάνλεϊ ήταν αποστεωμένος και κουρασμένος, αλλά πίστευε ότι η εμφάνισή του μπορούσε να είναι πιο εντυπωσιακή από [εκείνη των προηγούμενων εξερευνητών] καθώς θα έμπαινε στην πόλη. Εξάλλου, αυτή θα ήταν μια ιστορική στιγμή—την οποία, όχι μόνο θα “έγραφε” ο ίδιος, αλλά και θα κατέγραφε επίσης. Όλα τα μέλη της αποστολής ντύθηκαν με τα καλύτερα ρούχα που τους είχαν απομείνει. Ο Στάνλεϊ έβαλε ένα καινούριο σιρίτι στο καπέλο του, φόρεσε καθαρά άσπρα φανελένια ρούχα και γυάλισε καλά τις μπότες του».

Ο Στάνλεϊ αφηγείται τη συνέχεια: «Η αποστολή φτάνει επιτέλους στο τέρμα της . . . Βλέπω μια ομάδα πολύ αξιοσέβαστων Αράβων, και καθώς πλησιάζω, βλέπω το λευκό πρόσωπο ενός ηλικιωμένου ανάμεσά τους. . . . Βγάζουμε τα καπέλα μας και λέω: “Ο Δρ Λίβινγκστον, υποθέτω;” και εκείνος απαντάει: “Μάλιστα”».

Η Συνέχεια

Ο Στάνλεϊ σχεδίαζε αρχικά να μείνει όσο διάστημα θα χρειαζόταν για να του πάρει συνέντευξη και να γράψει την ιστορία του. Ωστόσο, ο Λίβινγκστον και ο Στάνλεϊ έγιναν γρήγορα φίλοι. Ο ξεναγός μας αναφέρει: «Ο Στάνλεϊ έμεινε με τον Λίβινγκστον αρκετές εβδομάδες, και μαζί εξερεύνησαν τη λίμνη Τανγκανίκα. Ο Στάνλεϊ προσπάθησε να πείσει τον Λίβινγκστον να επιστρέψει στην Ευρώπη, αλλά εκείνος ήταν αποφασισμένος να μείνει και να βρει τις πηγές του Νείλου. Έτσι λοιπόν, στις 14 Μαρτίου 1872, ο Στάνλεϊ και ο Λίβινγκστον αποχωρίστηκαν μέσα σε συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Ο Στάνλεϊ επέστρεψε στην ακτή, όπου αγόρασε εφόδια και τα έστειλε στον Λίβινγκστον. Κατόπιν, έφυγε για την Ευρώπη».

Τι συνέβη στον Λίβινγκστον; Ο ξεναγός μας εξηγεί: «Τον Αύγουστο του 1872, ο Λίβινγκστον συνέχισε την αναζήτησή του για τις πηγές του Νείλου. Κατευθύνθηκε νότια στη Ζάμπια. Ωστόσο, η κούραση και η αρρώστια τον είχαν καταβάλει. Την 1η Μαΐου 1873, βρέθηκε νεκρός. Οι υπηρέτες του . . . ταρίχευσαν το σώμα του, θάβοντας την καρδιά και τα σπλάχνα του στο αφρικανικό έδαφος. Η σορός του Λίβινγκστον μεταφέρθηκε κατόπιν περίπου 2.000 χιλιόμετρα μακριά στο Μπαγκαμόγιο, όπου την παρέλαβαν ιεραπόστολοι. Έγιναν ενέργειες ώστε να σταλεί στη Ζανζιβάρη και κατόπιν στη Βρετανία. Η σορός έφτασε στο Λονδίνο στις 15 Απριλίου 1874, και θάφτηκε στο Αβαείο του Γουεστμίνστερ τρεις μέρες αργότερα. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος ώσπου να μεταφερθεί η σορός του Λίβινγκστον στον τελικό τόπο ταφής της».

Ο Στάνλεϊ επέστρεψε στην Αφρική για να συνεχίσει το έργο του Λίβινγκστον. Ηγήθηκε σε αποστολές οι οποίες εξερεύνησαν τις περιοχές γύρω από τις λίμνες Βικτόρια και Τανγκανίκα καθώς και τη διαδρομή του μεγαλοπρεπούς ποταμού Κόνγκο.

Επιμέλεια: Λίλη Αγγελοπούλου

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ