Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας : Το παλαιότερο εν ενεργεία μοναστήρι στην Ελλάδα & την Ευρώπη - Η συναρπαστική ιστορία του (φώτο)

Πλήθος είναι οι πιστοί που έρχονται να προσκυνήσουν την «αχειροποίητο εικόνα της Θεοτόκου» και να ηρεμήσουν μέσα στο γαλήνιο περιβάλλον της

Η Μονή της Παναγίας της Εικοσιφοίνισσας με την αχειροποίητο θαυματουργό εικόνα της αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της Μακεδονίας και είναι το παλαιότερο εν ενεργεία μοναστήρι στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. 

Η μονή είναι χτισμένη σε υψόμετρο 753 μέτρων, στη βόρεια πλευρά του κατάφυτου όρους Παγγαίου. Βρίσκεται στον Δήμο Αμφίπολης του Νομού Σερρών, στην εθνική οδό Σερρών - Καβάλας, κοντά στα όρια με τους Νομούς Καβάλας και Δράμας. Εκκλησιαστικά υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Δράμας.

Κατά τη διάρκεια των αιώνων έχει βιώσει καταστροφές κατ’ επανάληψη που οδήγησαν τελικά στην ανοικοδόμηση του μοναστηριού το 1965. 

Η ίδρυση

Η ίδρυση της Μονής χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ανάγεται στα χρόνια του επισκόπου Φιλίππων Σώζοντος, ο οποίος έλαβε μέρος στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.).

Κατά την παράδοση, ο επίσκοπος Σώζων ίδρυσε, περί το 450 μ.Χ., Ναό και μοναστικό οικισμό στη θέση Βίγλα, πλησίον της Μονής. Ο μοναστικός οικισμός αυτός εγκαταλείφθηκε με την πάροδο των ετών και η Μονή ιδρύθηκε ουσιαστικά από τον Όσιο Γερμανό, τον 8ο αιώνα.

Η ονομασία
Ο ηγούμενος της Μονής Χρύσανθος το 1782, αναφέρει ότι ενώ ο Όσιος Γερμανός, μετά την ανέγερση του μοναστηριού, αναζητούσε κατάλληλη σανίδα για να γίνει η εικόνα της Θεοτόκου,

Εκείνη με θαυματουργικό τρόπο του προσέφερε την μέχρι και σήμερα σωζόμενη εικόνα Της, που άστραφτε κι εξέπεμπε «φοινικούν», δηλαδή κοκκινωπό φως. Έτσι επικράτησε ο όρος «Εικοσιφοίνισσα» (εικών φοίνισσα – Εικοσιφίνισσα).

Κατά μια άλλη ισχνότερη εκδοχή ο κτήτωρ της Μονής, Άγιος Γερμανός, βρισκόταν σε ένα μέρος, μια μικρή όαση έξω από τη Μονή του Τιμίου Προδρόμου στους Αγίους Τόπους, όπου είχε είκοσι φοίνικες, εκεί έλαβε εντολή από τον άγγελο της Θεοτόκου για την ανέγερση της Μονής και σε ανάμνηση της τοποθεσίας την ονόμασε «Παναγία η Εικοσιφοίνισσα».

Ο γνωστός συγγραφέας του 18ου αιώνα Καισάριος Δαπόντες την ονομάζει «Κοσσσυφινίτσα», γιατί κατά την παράδοση, ένας κόσσυφος (κοτσύφι) οδήγησε τον Άγιο Γερμανό στο σημείο όπου αναβλύζει το Αγίασμα μέχρι και σήμερα κάτω από το παρεκκλήσιο της Αγ. Βαρβάρας.

Ο πρώτος κτίτορας

Κατά την παράδοση, ο Όσιος Γερμανός, αφού μόνασε στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου, στον Ιορδάνη ποταμό, εγκατέλειψε την Παλαιστίνη και με όραμα ήρθε στη θέση Βίγλα του Παγγαίου περί το 718.

Εκεί ανακάλυψε τα ερείπια των παλαιών κτισμάτων που είχε χτίσει ο Σώζων. Ξεκίνησε να ανεγείρει νέα Μονή, αλλά τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει για την ανέγερση της Μονής δεν επαρκούσαν για να εξοφλήσει τους τεχνίτες, με αποτέλεσμα αυτοί να τον οδηγήσουν αιμόφυρτο στη Δράμα για να δικαστεί.

Στο δρόμο συνάντησαν τον πληγωμένο Άγιο οι Κωνσταντινουπολίτες αξιωματούχοι Νικόλαος και Νεόφυτος, οι οποίοι μετέβαιναν στη Σερβία ως απεσταλμένοι του Αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα. Αυτοί εξόφλησαν τους τεχνίτες και ελευθέρωσαν τον Άγιο, ενώ αργότερα πούλησαν και οι ίδιοι την περιουσία τους και μόνασαν στη Μονή, κοντά στον Άγιο Γερμανό. Ο Βίος του Αγίου Γερμανού διασώζεται στο χειρόγραφο κώδικα 19 του ερμαρίου 59 της Λαυρεντιανής Βιβλιοθήκης της Φλωρεντίας

Οι καταστροφές και το μαρτύριο των 172 μοναχών

Κατά την Τουρκοκρατία, η συμβολή της Μονής στη διατήρηση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού υπήρξε ανεκτίμητη, ενώ κατά την ιστορική της διαδρομή καταστράφηκε πολλές φορές από Τούρκους και Βούλγαρους επιδρομείς. Στις 25 Αυγούστου 1507, οι Τούρκοι έσφαξαν 172 μοναχούς[ της Μονής, διότι είχαν ενοχληθεί από τη δράση τους υπέρ της διατήρησης της ελληνικότητας του πληθυσμού της περιοχής.

Τρία χρόνια μετά, 10 μοναχοί από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, ήλθαν στη Μονή για να την ανασυστήσουν.

Η πυρπόληση της Μονής

Οι Βούλγαροι κατέλαβαν για τρίτη φορά την Ανατολική Μακεδονία (μετά το 1916 και το 1918) στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο κατοχικός βουλγαρικός στρατός εισέβαλε στη Μονή, κράτησε σε περιορισμό τον ηγούμενο Γρηγόριο και τους δώδεκα μοναχούς και ακολούθως πυρπόλησε τη μονή με αποτέλεσμα να καταστραφούν τα οικοδομήματα. Ήταν 12 Ιουλίου 1943.

Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ο ηγούμενος Γρηγόριος Κατσιβάκης έκτισε το Ηγουμενείο και έναν μικρό ξενώνα με προσωπική εργασία και βοήθεια πιστών. Αποτέλεσε, μέχρι την κοίμησή του το 1956, τον τελευταίο ηγούμενο της Μονής ως ανδρώας.

Η αναβίωση
Η ανασύσταση της Μονής και η αναβίωση του μοναχισμού σε αυτήν, πραγματοποιήθηκε από τον Μητροπολίτη Δράμας Διονύσιο Κυράτσο, αμέσως μετά την ενθρόνισή του το 1965. Όταν ανέλαβε Μητροπολίτης Δράμας η Μονή παρουσίαζε εικόνα εγκατάλειψης και ερήμωσης. Με μέριμνά του εγκαταστάθηκε στη Μονή γυναικεία αδελφότητα και πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες εργασίες συντήρησης και ανέγερσης κτισμάτων.

Η Μονή σήμερα

Σήμερα η Μονή είναι γυναικεία και αριθμεί 23 μοναχές. Πανηγυρίζει τη μνήμη του πρώτου κτίτορά της Αγίου Γερμανού και των δύο Κωνσταντινουπολιτών αξιωματούχων Νικολάου και Νεοφύτου, στις 22 Νοεμβρίου και την επομένη ημέρα τη μνήμη του δεύτερου κτίτορά της, Αγίου Διονυσίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Γιορτάζει επίσης στις 15 Αυγούστου, στη μνήμη της Παναγίας, στις 14 Σεπτεμβρίου, στη μνήμη της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και στις 21 Νοεμβρίου, στη μνήμη των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Πλήθος είναι οι πιστοί που έρχονται να προσκυνήσουν την «αχειροποίητο εικόνα της Θεοτόκου» και να ηρεμήσουν μέσα στο γαλήνιο περιβάλλον της.

Μπροστά από τη Μονή υπάρχει το μνημείο των 172 Μοναχών που έσφαξαν οι Τούρκοι το 1507. Το 2011 επεστράφη, μετά από ενέργειες της Μητροπόλεως Δράμας, τμήμα του ιερού Λειψάνου του Αγίου Διονυσίου (δεύτερου κτίτορος της Μονής), από τη Βουλγαρία.

Το λέιψανο είχε κλαπει επί Βουλγαρικής Κατοχής, μαζί με πληθώρα αλλών κειμηλίων που παραμένουν έως σήμερα στη Σόφια (στο Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujev και στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας). Επίσης, το 2016 επεστράφη στη Μονή, με τη συμβολή της Αρχιεπισκοπής Αμερικής, μια σπάνια χειρόγραφη Καινή Διαθήκη 674 σελίδων, γραμμένη τον 9ο αιώνα, η οποία είχε αρπαγεί το 1917 από τους Βούλγαρους και είχε καταλήξει να βρίσκεται στη Λουθηρανική Θεολογική Σχολή του Σικάγου στις Η.Π.Α

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ