Αφιερωμένο στην θεία Άννα, 88 ετών που δεν μπορούν τα εγγόνια & τα παιδιά της να την επισκεφτούν ούτε στην γιορτή της (Βίντεο)

Η συγκινητική ιστορία…

H Αννούλα του χιονιά είχε προχθές την γιορτή της και δεν ήταν κανείς μαζί της. Βυθισμένη στις σκέψεις της και την σιωπή κοιτούσε το λευκό ταβάνι. Τι είναι αυτός ο κορωνοϊός που τους έχει κρατήσει όλους μακριά της;

 

Μήπως της λένε δικαιολογίες επειδή βαριόνται να έρθουν να την δουν; Αποκλείεται τα παιδιά της την αγαπάνε πολύ, πάντα ήταν δίπλα της. Κάποτε κοιτούσε κάθε μέρα την θάλασσα και τώρα αυτό το λευκό ψυχρό ταβάνι. Θέλει να γυρίσει στο σπίτι της , στο χωριό της, να πίνει τον καφέ της στο μπαλκόνι της να χαιρετάει τους περαστικούς, να αγναντεύει την θάλασσα.

 

Έχει τρία χρόνια τώρα που έπεσε και έσπασε το ισχίο της και είναι κατάκοιτη. Ψηλή και παχουλή γυναίκα δεν μπορούσαν να την κουμαντάρουν και να την περιποιηθούν. Η καθημερινότητα της ήταν πολύ δύσκολη. Έπρεπε να μπει σε κάποιο κέντρο αποκατάστασης. Εντωμεταξύ έκλεισε τα 88, δεν ακούει ούτε βλέπει καλά. Τα παιδιά της και τα εγγόνια της την επισκέπτονταν συνέχεια, έχει όμως οκτώ μήνες τώρα που έρχονται σπάνια και στο τηλέφωνο όταν την παίρνουν δεν ακούει τι της λένε.

 

Γράφει η Αφροδίτη Δερματά στο must.com.cy…

 

Mετράει τον καιρό, έχουν σίγουρα να έρθουν να την δουν δυο μήνες. Ρωτάει την νοσοκόμα, κάτι για lockdown της απαντάει, δεν καταλαβαίνει. "Απαγορεύεται να έρθουν να σε δουν" προσπαθεί να της εξηγήσει η νοσοκόμα μιλώντας όσο πιο δυνατά μπορεί. Η εγγονή της προχθές της έστειλε ένα γράμμα για την γιορτή της και η νοσοκόμα της το διάβασε φωναχτά. Δεν μπορεί να διαβάσει ένα βιβλίο να "σκοτώσει" την ώρα της, δεν μπορεί ακούσει της ειδήσεις στην τηλεόραση ούτε να παρακολουθήσει καμιά σειρά όπως παλιά, η μόνη της ψυχαγωγία είναι το λευκό ταβάνι.

 

Εκεί κάθε μέρα παρακολουθεί την ζωή της να περνάει μπροστά της σαν ταινία. Ο άντρας της, ο μεγάλος της έρωτας που έφυγε πριν λίγα χρόνια από την ζωή. Πόσο πολύ τον σκέφτεται τελευταία τον Δημήτρη της. Τον γνώρισε στα δεκάξι και τον ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, το ίδιο κι αυτός, μόλις την είδε δεν έχασε χρόνο πήγε και την ζήτησε κατευθείαν από την θεία της. Μητέρα ή Άννα δεν γνώρισε ποτέ, πέθανε πάνω στην γέννα, την υιοθέτησε μια γυναίκα που την αγάπησε πολύ όμως κι αυτή πέθανε όταν ή Άννα ήταν επτά, έτσι την μεγάλωσε η θεία της.

 

Στα 20 ο Δημήτρης και η Άννα είχαν ήδη δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Η Άννα του, ψηλή, όμορφη, γεροδεμένη, δυναμική, έξυπνη, γλυκιά, νοικοκυρά όλα τα καλά είχε. Πόσο τυχερός αισθανόταν που ήταν δικιά του. Πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της μέχρι τα γεράματα.

 

Ο Δημήτρης της, ο λεβέντης της, ο προστάτης της, το στήριγμα του σπιτιού της. Πόσο πολύ της έλειπε. Πόσο μόνη ένιωθε. Γιατί την έχουν αφήσει τα παιδιά της σε αυτό το γηροκομείο; Κάποιος λόγος θα υπάρχει. Ξαναρωτάει την νοσοκόμα.

 

Κάτι της απαντάει για έναν ιό. Ποιος απαγορεύει στα παιδιά της να έρθουν να την δουν; Τι γίνεται στον έξω κόσμο; Νιώθει εντελώς αποκομμένη. Οι μέρες κυλούν, η Άννα κοιμάται και ξυπνάει κοιτώντας το ταβάνι. Η σκέψη της δεν μπορεί πια να ταξιδέψει μπροστά, γυρνάει μόνο πίσω.

 

Δεν έχει κάτι να περιμένει, πεθυμάει τον Δημήτρη, τα παιδιά της και την θάλασσα. Η Άννα που μιλούσε με όλους, που άνοιγε το ξύλινο παντζούρι της το πρωί και λουζόταν με το φως του ήλιου και την αύρα της θάλασσας τώρα φτάνει στο τέλος κλεισμένη μέσα στην σιωπή, ολομόναχη τριγυρισμένη από αγνώστους μέσα σε ένα γηροκομείο, περικυκλωμένη από τους άσπρους ψυχρούς τοίχους.

Υγ1 Η Αννούλα του χιονιά είναι η γλυκιά γιαγιά της φίλης μου της Πένης.

Υγ2. Για όλη αυτή την γενιά που οι καιροί τα έφεραν να φτάνει στο τέλος της βυθισμένη στην μοναξιά και την σιωπή.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ