Ο "πρίγκιπας" του παραμυθιού ήταν "δράκος": Οι δολοφόνοι με το "αγγελικό πρόσωπο" & τα εγκλήματα που συγκλόνισαν το πανελλήνιο - Θύματα γυναίκες (φώτο)

Έρωτες που κατέληξαν στο θάνατο ή γοητευτικοί δολοφόνοι 

Δολοφόνοι με "αγγελικά πρόσωπα" , έρωτες που κατέληξαν στο θάνατο. Εγκλήαμτα πάθους και διαταραγμένες προσωπικότητες. 

Οι δολοφονίες που συγκλόνισαν το πανελλήνιο με την αγριότητα τους τα τελευταία 30 χρόνια. Θύματα γυναίκες 

Κυριάκος Παπαχρόνης: Ο "γοητευτικός" serial killer

Ο Κυριάκος Παπαχρόνης (γενν. 1960), γνωστός και ως ο δράκος της Δράμας, ήταν διαβόητος εγκληματίας της δεκαετίας του 1980.
Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός του Στρατού, απασχόλησε την κοινή γνώμη με σωρεία εγκληματικών ενεργειών, οι βιαιότερες των οποίων ήταν οι βιασμοί και οι ανθρωποκτονίες ιερόδουλων γυναικών στην περιοχή της Βόρειας Ελλάδας. Η δολοφονική του δράση ξεκινάει τον Σεπτέμβριο του 1981 όταν βίασε και σκότωσε μια ιερόδουλη και τελειώνει τον Δεκέμβριο του 1982, με τον σοβαρό τραυματισμό μιας 30χρονης μητέρας τεσσάρων παιδιών.

Στο διάστημα αυτό είχε διαπράξει δύο  ανθρωποκτονίες γυναικών, επτά  απόπειρες ανθρωποκτονιών, οκτώ απόπειρες βιασμών, κακοποιήσεις αλλά και πέντε  βομβιστικές επιθέσεις.

Οι μαρτυρίες των θυμάτων που επέζησαν καθώς και το γεγονός ότι τις περισσότερες επιθέσεις τις πραγματοποιούσε φορώντας την στρατιωτική του στολή βοήθησαν στην σύλληψή του, η οποία έγινε στις 13 Δεκεμβρίου του 1982 από την Ασφάλεια της Δράμας.

Ως έφεδρος δόκιμος αξιωματικός, η δίκη του διεξήχθη από το Διαρκές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, και ο Παπαχρόνης βρέθηκε αντιμέτωπος με τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή και της παράνομης οπλοχρησίας και οπλοκατοχής κατ' εξακολούθηση.

Το δικαστήριο τον καταδίκασε «δις εις θάνατον», ποινή που μετατρεπόταν σε 22 χρόνια κάθειρξη.

Τον πρώτο καιρό της φυλάκισής του υπήρξε ιδιαίτερα απείθαρχος και βίαιος αλλά από την δεκαετία του 1990 και έπειτα μεταβλήθηκε σε υποδειγματικό κρατούμενο.
Αποφυλακίστηκε σε ηλικία 44 χρονών, το 2004, αφού είχε εκτίσει ολόκληρη την ποινή του.

Ο Παπαχρόνης ζει σήμερα στην Λαρισα και δεν έχει απασχολήσει ξανά τις διωκτικές αρχές

Ο Κυριάκος Παπαχρόνης γεννήθηκε το 1960 στην Ξάνθη, από την Εριφύλη και τον Χαράλαμπο Παπαχρόνη και έχει ακόμα μία αδερφή και έναν αδερφό.

Η οικογένεια Παπαχρόνη διατηρούσε εστιατόριο - καφενείο στην πόλη στο οποίο δούλευε και ο Κυριάκος από μικρός.

Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο, έμεινε για λίγο καιρό στην Αθήνα, όπου δούλεψε σε διάφορα ξενοδοχεία, βγάζοντας τα προς το ζην, αναφέρει η wikipedia.

Ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και διέπρεψε κυρίως στην πυγμαχία (στην οποία ανακηρύχθηκε πρωταθλητής στην κατηγορία των 90 κιλών) και στο καράτε, στο οποίο επίσης είχε ανακηρυχθεί πρωταθλητής.

Ήθελε να εκδικηθεί τις γυναίκες

Ο Κυριάκος Παπαχρόνης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ξάνθη. Στην εφηβεία του, περίπου σε ηλικία 14 ετών, είχε μια εμπειρία, που όπως δήλωσε αργότερα ο ίδιος, τον σημάδεψε και του δημιούργησε μίσος για τις γυναίκες.

Μαζί με φίλους τους επισκέφτηκε έναν οίκο ανοχής, όπου μια πόρνη προσέβαλε τον ανδρισμό του και τον αποκάλεσε «ανίκανο».

Από εκείνη την ημέρα γεννήθηκε μέσα του η ιδέα της εκδίκησης.

Η δράση του ξεκίνησε αρκετά χρόνια μετά το περιστατικό, όταν ήταν 19 ετών και έφεδρος αξιωματικός στην 5η μοίρα των ΛΟΚ της Δράμας.

Τα εγκλήματα

Το απόγευμα της 9ης Σεπτεμβρίου του 1981, ο Παπαχρόνης επισκέφτηκε έναν οίκο ανοχής στην περιοχή Προφήτης Ηλίας της Ξάνθης και ζήτησε τις υπηρεσίες μιας 46χρονης ιερόδουλης.

Η συνέρευση όμως κατέληξε σε καυγά, με την ιερόδουλη (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Παπαχρόνη) να υποτιμά την σεξουαλική του ικανότητα.

Ο Παπαχρόνης έφυγε έξαλλος από θυμό, για να επιστρέψει μερικές ώρες αργότερα, να την βρει μόνη της και να την μαχαιρώσει μέχρι θανάτου.

Το επόμενο θύμα του, επίσης ιερόδουλη, το συνάντησε νύχτα στους δρόμους της Δράμας.

Στις 20 Δεκεμβρίου του 1981 και ενώ η ιερόδουλη αναζητούσε πελάτες, ο Παπαχρόνης την ακολούθησε χωρίς να γίνει αντιληπτός, και την μαχαίρωσε στην πλάτη.

Όμως οι φωνές του θύματος προκάλεσαν την αναστάτωση των περαστικών και ο Παπαχρόνης έφυγε γρήγορα.

Δέκα μέρες αργότερα, στις 30 Δεκεμβρίου, και αφού είχε βγει από έναν κινηματογράφο που έπαιζε πορνογραφικές ταινίες θα εντοπίσει μια 19χρονη φοιτήτρια λίγο πριν φτάσει στο σπίτι της.

Την μαχαίρωσε με πέντε μαχαιριές στον τράχηλο, αλλά έγινε αντιληπτός από τον πατέρα της 19χρονης που την περίμενε και έφυγε.

Στις 15 Ιανουαρίου 1982, επιτέθηκε σε μία φιλόλογο την ώρα που περπατούσε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας.

Την παρέσυρε κάτω από την αερογέφυρα και χτυπώντας την με το μαχαίρι του προσπάθησε να τη βιάσει.

Όμως τελικά άλλαξε γνώμη και άφησε την γυναίκα να φύγει, η οποία ήταν και το πρώτο θύμα που έδωσε στην Αστυνομία ακριβή, και λεπτομερή περιγραφή του Παπαχρόνη.

Στις 15 Αυγούστου του 1982 συνάντησε τυχαία στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης μια πρόσφατη γνωριμία του και με επιμονή της ζητούσε να βρεθούν οι δυο τους.

Ακολούθησε την κοπέλα μέχρι το σπίτι της, ζητώντας της να κάνουν έρωτα και στο τέλος της έκλεισε το στόμα, την άρπαξε και την παρέσυρε σε ένα παρακείμενο αλσύλλιο.

Έβγαλε το μαχαίρι (που το είχε πάντα μαζί του) από την κάλτσα του και την μαχαίρωσε στον τράχηλο, της έσκισε τα ρούχα και την βίασε.

Την παράτησε γυμνή παίρνοντας όλα τα προσωπικά της αντικείμενα, τα οποία πέταξε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μενεμένης, κρατώντας μόνο τον αναπτήρα της (στοιχείο που αργότερα θα τον συνδέσει πέραν πάσης αμφιβολίας με την δολοφονία της κοπέλας).

Η κοπέλα πέθανε δυο ώρες αργότερα από εσωτερική αιμμοραγία και πνευμονική ασφυξία.

Πειστήρια των εγκλημάτων: τα μαχαίρια με τα οποία επετίθετο και ο αναπτήρας της δολοφονημένης Αλεξανδρίδου που κράτησε ως αναμνηστικό αλλά τον πρόδωσε ως δράστη του εγκλήματος

Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1982 επιτέθηκε κατά μιας 23χρονης, η οποία κατόρθωσε να ξεφύγει.

Την 1η Οκτωβρίου του 1982 ύστερα από παρακολούθηση επιτέθηκε και τραυμάτισε σοβαρά μια 18χρονη λίγα μέτρα έξω από το σπίτι της στην Δράμα και στις 25 Οκτωβρίου επιτέθηκε στην Ξάνθη αυτή τη φορά, εναντίον μιας 32χρονης ιερόδουλης, την οποία τραυμάτισε πολύ σοβαρά.

Το τελευταίο θύμα του, ήταν μια 30χρονη καθαρίστρια, μητέρα τεσσάρων παιδιών, την οποία παρακολουθούσε στενά αρκετές ημέρες πριν της επιτεθεί.

Όταν το έκανε αυτό, στις 8 Δεκεμβρίου του 1982- την μαχαίρωσε στο πρόσωπο και στην καρωτίδα, και εξαφανίστηκε.

Pixabay

Τον «ερέθιζε» ο ήχος των γυναικείων τακουνιών

Αρχικά ο Παπαχρόνης αρνήθηκε τις κατηγορίες. Ενώ βρισκόταν στον ανακριτή όμως, κάποια στιγμή έσπασε και ομολόγησε τα εγκλήματά του.

Το ρεπορτάζ της εποχής ανέφερε ότι ο δράκος ερεθίζονταν από τον ήχο των γυναικείων τακουνιών.

Το φετίχ του Παπαχρόνη αποκαλύφθηκε και δημόσια, όταν είπε σε μια δημοσιογράφο: «εσένα σ’ αγαπάω γιατί έχεις ψηλά τακούνια».

Στην απολογία του παραδέχτηκε όλες τις πράξεις του.

Αίσθηση προκάλεσε η κυνική του περιγραφή… 

«Θόλωνε το μυαλό μου. Ήθελα να χτυπήσω. Έφθανα στο μεγαλείο. Την χτυπούσα, τελείωνε».

Τον ερέθιζε ο ήχος των τακουνιών, είπε κυνικά, σύμφωνα με τη Μηχανή του Χρόνου

Μετά τη σύλληψή του, η μητέρα του, την οποία κυνηγούσαν οι δημοσιογράφοι για μια δήλωση, είπε: «το ήξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτό το παιδί. Πάντα έτρωγε πρώτα το γλυκό και μετά το φαγητό του»!...

Η σύλληψη
Οι περιγραφές του δράστη από τα επιζώντα θύματά του και το γεγονός ότι αναφέρονταν σε έναν άντρα που φοράει στρατιωτική στολή, διευκόλυνε τις διωκτικές Αρχές, περιορίζοντας το εύρος των υπόπτων.

Η συμμετοχή των στρατιωτικών Αρχών στην αναζήτηση του δολοφόνου με την λεπτομερή διεξαγωγή ερευνών και παρακολούθηση των κινήσεων των «ύποπτων» στρατιωτών και στρατιωτικών, οδήγησαν στην σύλληψή του, λίγες μέρες μετά την τελευταία δολοφονική του επίθεση.

Όταν μαθεύτηκε η είδηση της επίθεσης στην Λαζαρίδου, δύο αξιωματικοί του στρατοπέδου, ο Χρήστος Τριανταφυλλίδης και ο Τάσος Κοσμίδης, ψάχνοντας στα αρχεία ανακάλυψαν ότι εκείνη την νύχτα, ήταν ελάχιστοι άντρες έξω από το στρατόπεδο (λόγω απαγόρευσης εξόδου), και ένας από αυτούς, ο Κυριάκος Παπαχρόνης, είχε αργήσει μάλιστα, να επιστρέψει.

Κλήθηκε σε ανάκριση από τον υπεύθυνο του στρατοπέδου, και το γεγονός πως δεν είχε άλλοθι για το συγκεκριμένο βράδυ καθώς και η εμφανής νευρικότητά του, έκαναν τον αξιωματικό να δώσει εντολή να ερευνηθεί το διαμέρισμά του.

Από την έρευνα αυτή, ανακαλύφθηκαν τα μαχαίρια του καθώς ο αναπτήρας που είχε κρατήσει ως «αναμνηστικό» από την Αναστασία Αλεξανδρίδου.

Έπειτα το λόγο πήρε η Ασφάλεια της Δράμας. Συνέλαβε τον Παπαχρόνη το βράδυ της 13ης Δεκεμβρίου του 1982.

Η απόλυτη άρνηση των συμβάντων που αρχικά επέλεξε ως τρόπο άμυνας εναντίον των κατηγοριών, σύντομα κατέρρρευσε.

Οι πολλές ανακρίβειες, οι λανθασμένες απαντήσεις του, η σωρεία των αναγνωρίσεων από τα θύματά του, η έλλειψη άλλοθι, αλλά και η κούραση από τις ανακρίσεις, τον οδήγησαν εν τέλει να παραδεχτεί και να αποδεχτεί όλα τα εγκλήματά του και τις κατηγορίες που τον αφορούσαν.

Επίσης ομολόγησε ότι στις 12 Μαρτίου του 1982 είχε τοποθετήσει δύο ωρολογιακές βόμβες στο Ταχυδρομείο και στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην Ξάνθη, ότι την επόμενη μέρα, 13 Μαρτίου είχε τοποθετήσει άλλες δύο βόμβες σε ένα κατάστημα και στο υποκατάστημα της Τράπεζας Πίστεως στην Καβάλα, ότι στις 16 Ιουνίου 1982 είχε τοποθετήσει ακόμα μια βόμβα στην πόρτα του στρατοπέδου του στη Δράμα, και ότι είχε προκαλέσει μικρό εμπρησμό στο αεροδρόμιο της Καβάλας.

Στις έρευνες για τον εντοπισμό του συμμετείχε και ο ίδιος!

Οι αρχές στη βόρεια Ελλάδα βρίσκονταν σε συναγερμό. Αναζητούσαν τον δράστη που είχε σκορπίσει τον τρόμο στις γυναίκες και τον είχαν ήδη ονομάσει «Δράκο της Δράμας».

Ο Παπαχρόνης συνέχισε να υπηρετεί τη θητεία του σαν να μην συμβαίνει τίποτα.

Μάλιστα στις έρευνες για τον εντοπισμό του, συμμετείχε και ο ίδιος.

Αυτό γιατί σύμφωνα με τις μαρτυρίες των γυναικών που είχε προσπαθήσει να βιάσει και να σκοτώσει, ο δράστης φορούσε στρατιωτική στολή όταν «χτυπούσε».

Έτσι οι αρμόδιοι της αστυνομίας είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για κάποιον (μόνιμο ή έφεδρο) αξιωματικό εν ενεργεία.

Προκειμένου να τον εντοπίσουν έγιναν έρευνες σε όλα τα στρατόπεδα της περιοχής.

Ο Παπαχρόνης είχε οριστεί επικεφαλής μιας ομάδας και προσπαθούσε να εντοπίσει τον δράστη!

Τελικά χάρη στις πληροφορίες που συγκέντρωσαν δυο άλλοι αξιωματικοί, οδηγήθηκαν στα ίχνη του και ο Παπαχρόνης τελικά συνελήφθη....

Η δίκη
Η δίκη του Παπαχρόνη πραγματοποιήθηκε από τις 14 ως τις 18 Ιουνίου του 1983 στο κτίριο του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης υπό την δικαιοδοσία όμως του Διαρκούς Στρατοδικείου Καβάλας.

Η δίκη όπως ήταν αναμενόμενο έτυχε μεγάλης προβολής κυρίως από τις εφημερίδες αλλά και την τηλεόραση, με όλους σχεδόν τους γνωστούς δημοσιογράφους της εποχής, να ασχολούνται και να σχολιάζουν τα τεκταινόμενα καθημερινά.

Η εμφάνιση, ωστόσο του Παπαχρόνη στο δικαστήριο προκάλεσε τα περισσότερα σχόλια - κυρίως αρνητικά αλλά και θετικά - αφού διακρινόταν από μεγάλο «θεατρινισμό»

Προσπαθούσε να δικαιολογήσει τις πράξεις του, αναφερόμενος συνεχώς στον ανδρισμό του, στο θάρρος του, στη φυσική του ρώμη και καλή εμφάνιση, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να απορρίψει την υπερασπιστική γραμμή των δικηγόρων του, λέγοντας ότι...«δεν έχτιζα τόσα χρόνια αυτό το κορμί για να το καταστρέψουν οι ψυχίατροι».

 Η επιθετικότητα και η βίαιη συμπεριφορά του, με δηλώσεις στους δημοσιογράφους ότι θα αποδράσει και θα σφάξει πολύ κόσμο', ανάγκασαν την Αστυνομία να διαθέσει 300 αστυνομικούς για την φύλαξή του τις 4 μέρες που κράτησε η δίκη.

Ο Παπαχρόνης κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως, απόπειρες ανθρωποκτονίας κατά συρροή και παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία κατ' εξακολούθηση.

Κατέθεσαν συνολικά 40 μάρτυρες καθώς και 4 διαφορετικοί ψυχίατροι που τον είχαν εξετάσει κατά την διάρκεια της προφυλάκισης.

Οι ψυχίατροι απεφάνθησαν ότι ήταν ψυχικά και πνευματικά υγιής - το δικαστήριο δεν παραδέχτηκε κανένα ελαφρυντικό που πρόβαλαν οι δικηγόροι του ως υπερασπιστική γραμμή (ούτε το ακαταλόγιστο των πράξεων, ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε το νεαρό της ηλικίας, ούτε του βρασμού ψυχής) και τον καταδίκασαν «δις εις θάνατον», με ποινή 20 χρόνια κάθειρξη.

Ένα χρόνο περίπου μετά, τον Ιούλιο του 1984, το Αναθεωρητικό δικαστήριο Θεσσαλονίκης, στην δίκη σε δεύτερο βαθμό του επέβαλλε και πάλι τις ίδιες ποινές: τον καταδίκασε «δις εις θάνατον» για τις δυο ανθρωποκτονίες, κάθειρξη 27 ετών για εφτά απόπειρες ανθρωποκτονιών και 8 απόπειρες βιασμού, φυλάκιση 2 ετών για 9 κατηγορίες οπλοχρησίας και 10ετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων

«Ευχαριστώ! Τι βάζετε τέτοιες ποινές; Τόσα χρόνια θα ζήσουμε; Στείλτε με στο απόσπασμα γιατί αν βγω έξω, πάλι τα ίδια θα κάνω».

Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια του Κυριάκου Παπαχρόνη γνωστού και ως «Δράκου της Δράμας», όταν άκουσε την ποινή που του επέβαλε το δικαστήριο στα τέλη του 1982.

Είχε καταδικαστεί σε ποινή δις εις θάνατον και κάθειρξη 23 ετών, αλλά η ποινή μετατράπηκε τελικά σε ισόβια φυλάκιση.

. Με τη δήλωσή του, όχι μόνο επιβεβαίωνε ότι είχε διαπράξει τα εγκλήματα, αλλά παραδεχόταν ότι ήταν δημόσιος κίνδυνος...

Τα αρρωστημένα ερωτικά γράμματα από τις «θαυμάστριες»

Ο Παπαχρόνης οδηγήθηκε στη φυλακή και οι γυναίκες στη βόρεια Ελλάδα ένιωθαν ανακούφιση και ασφάλεια. Όμως όχι όλες.

Υπήρχαν ορισμένες που όχι μόνο δεν απεχθάνονταν τον αδίστακτο «δράκο», αλλά τον θαύμαζαν και δήλωναν γοητευμένες.

Για να εκφράσουν τον θαυμασμό τους για εκείνον, του έστελναν ερωτικά γράμματα μέσα στη φυλακή, τα οποία ειδικοί ψυχολόγοι χαρακτήρισαν «αρρωστημένη εμμονή».

Κάποιες γυναίκες δήλωναν γοητευμένες από τον δολοφόνο και βιαστή Παπαχρόνη και του έστελναν γράμματα στη φυλακή.

Τα πρώτα χρόνια ο Παπαχρόνης δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα στη φυλακή και είχε παραβατική συμπεριφορά.

Συμμετείχε στην εξέγερση κρατουμένων στην Κέρκυρα, είχε χτυπήσει συγκρατούμενο του και προκαλούσε συχνά ταραχές.

Περνώντας ο καιρός, άρχισε να αλλάζει και να υιοθετεί ένα ήσυχο προφίλ.

Διάβαζε, έψελνε και συμμετείχε στην οργάνωση του σχολείου δεύτερης ευκαιρίας.

Μετά από 22 χρόνια εγκλεισμού, το 2004 ο Κυριάκος Παπαχρόνης αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους. Ζει κάπου στην επαρχία και είχε αρραβωνιαστεί....

Η ιστορία στην τηλεόραση

Στην υπόθεση Παπαχρόνη στηρίχτηκε το επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς, Ανατομία ενός εγκλήματος, «Παιχνίδια Θανάτου: Ο μολυβένιος στρατιώτης».

Τον Παπαχρόνη υποδύεται ο Γιάννης Μπέζος και στην τηλεοπτική σειρά 10η Εντολή, στο επεισόδιο «Κόκκινο». Τον Παπαχρόνη υποδύεται ο Κωνσταντίνος Μπιμπής.

Παναγιώτης Φραντζής: Ο συζυγοκτόνος που σόκαρε το πανελλήνιο

Ο Παναγιώτης Φραντζής γνώρισε τη Ζωή Γαρμανή όταν εκείνη ήταν ακόμα μαθήτρια λυκείου. Ξεκίνησαν μια θυελλώδη σχέση που οδήγησε τελικά σε γάμο.

Ήταν ένας γάμος που κατέληξε σε τραγωδία . Οι δυο τους  είχαν ομηρικούς καβγάδες που ήταν συνέπεια της παθολογικής ζήλειας του 27χρονου Φραντζή.

Ένα βράδυ το νεαρό ζευγάρι γύρισε σπίτι από βραδινή τους έξοδο και είχαν ακόμα έναν καβγά.

Αυτός ήταν και ο τελευταίος τους. Την άλλη μέρα ένας άνδρας που έψαχνε για γραμματόσημα σε κάδο απορριμμάτων ανακάλυψε τη τεμαχισμένη  σορό της 18χρονης Ζωής.

Οι αστυνομικές αρχές δεν άργησαν να βρουν τον ένοχο και ξεκίνησε το πιο προβεβλημένο έγκλημα στην ιστορία του ελληνικού τύπου.

Ιούνιος του 1987. Η αποκάλυψη ενός από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα στα χρονικά σοκάρει το πανελλήνιο.

Ο 27χρονος φοιτητής της ΑΣΟΕΕ Παναγιώτης Φραντζής ομολογεί ότι σκότωσε και τεμάχισε τη 18χρονη σύζυγό του Ζωή Γαρμανή.

Στη συνέχεια έβαλε τα κομμάτια της σε σακούλες τις οποίες πέταξε σε κάδους κοντά στο σπίτι του για να εξαφανίσει τα ίχνη.

Τα ξημερώματα, ένας συλλέκτης γραμματοσήμων, ονόματι Κωνσταντίνος Βουζίκας, την ώρα που ψάχνει σε έναν κάδο για γραμματόσημα, ανοίγει μια σακούλα και έρχεται αντιμέτωπος με την απόλυτη φρίκη.

Η αστυνομία βρήκε στα σκουπίδια σχεδόν όλα τα κομμάτια του άψυχου σώματος εκτός από το κεφάλι, με αποτέλεσμα το θύμα να μην μπορεί να αναγνωριστεί.

Μια απόδειξη κρεοπωλείου που βρέθηκε σε μια από τις σακούλες, οδήγησε την αστυνομία στα ίχνη του Φραντζή.

Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της… διαδικασίας σταμάτησε για να κάνει εμετό.

Η περιγραφή του σόκαρε ακόμα και τους έμπειρους αξιωματικούς των ανθρωποκτονιών: «Ήμουν σε κακή κατάσταση. Έκανα εμετό όταν την τεμάχιζα και σταματούσα.

Ξανάρχιζα. Υπήρχε και μια έντονη μυρωδιά από τα αίματα. Όμως την αγαπώ. Την αγαπώ πολύ».

Κατά την απολογία του ο Φραντζής επέμενε πως δεν την σκότωσε αλλά μόνο την τεμάχισε επειδή πανικοβλήθηκε μόλις την είδε νεκρή.

Η ιατροδικαστική έκθεση όμως, ήταν σαφής.

Επρόκειτο για στραγγαλισμό. Ο δράστης άφησε άφωνο το πανελλήνιο όταν εξήγησε πώς κατάφερε να τεμαχίσει το πτώμα με τόση ακρίβεια:

«Δεν είναι ανάγκη να δουλεύω σε κρεοπωλείο για να ξέρω. Είναι πολύ εύκολο. Δεν είναι τίποτα το δύσκολο, αρκεί να σημαδεύεις τις κλειδώσεις», είπε.

Έμεινε στη φυλακή 18 χρόνια. Στο διάστημα αυτό έκανε χρήση της νομοθετικής ρύθμισης περί εκπαιδευτικών αδειών των κρατουμένων και σπούδασε οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ.

Aποφυλακίστηκε τον Οκτώβριο του 2005 από τις φυλακές Άγιας Χανίων

Γιώργος Σκιαδόπουλος: Ο ναυτικός & το top model που έγινε "ακέφαλο πτώμα"

Τον Ιανουάριο του 1999 ο Γιώργος Σκιαδόπουλος εμφανίζεται στις εκπομπές της Αγγελικής Νικολούλη, του Γιώργου Χαρδαβέλα και στα δελτία ειδήσεων δηλώνοντας ότι αναζητά την αρραβωνιαστικιά του Τζούλι Μαρί Σκάλι που εξαφανίστηκε. 

Το ζευγάρι είχε φτάσει στην Αθήνα, όπου ζούσε η μητέρα του Σκιαδόπουλου, μετά το οδικό ταξίδι από την Καβάλα όπου διέμεναν.

Κάποια στιγμή η Σκάλι πήγε να αγοράσει φαγητό από φαστφουντάδικο στην περιοχή της Ομόνοιας και από τότε ο Σκιαδόπουλος έχασε τη ίχνη της. Φαινόταν ταραγμένος και εκλιπαρούσε οποιονδήποτε γνώριζε κάτι για την εξαφάνισή της να το γνωστοποιήσει.

Τα πράγματα όμως ήταν πολύ πιο τρομακτικά... 

 Ο 24χρονος Γιώργος Σκιαδόπουλος είχε σταγγαλίσει την Αμερικανίδα μνηστή του, Τζούλι Μαρί Σκάλι, σε παράδρομο της εθνικής οδού, ύστερα από καβγά.

Για να καλύψει τα ίχνη την έβαλε σε βαλίτσα και για να χωρέσει της έκοψε το κεφάλι, αφού πρώτα επιχείρησε ανεπιτυχώς δύο φορές να κάψει τη σορό της.

Στη συνέχεια πέταξε το κεφάλι της στη θάλασσα, μαζί με ένα σιδεροπρίονο και ένα μπιτόνι με βενζίνη.

Credits: Eurokinissi

Η βαλίτσα με το διαμελισμένο πτώμα βρέθηκε σε λίμνη κοντά στο σημείο του εγκλήματος. Πέρασαν 19 μέρες μέχρι να ομολογήσει.

Ο Σκιαδόπουλος ήταν 22 ετών, αξιωματικός του εμπορικού Ναυτικού, όταν στο πρώτο του ταξίδι με κρουαζιερόπλοιο τον Νοέμβριο του 1997 στην Καραϊβική ως τρίτος μηχανικός είχε γνωρίσει την 29χρονη Τζούλι.

Η Τζούλι ήταν πρώην μοντέλο, παντρεμένη επτά χρόνια και μητέρα ενός τρίχρονου κοριτσιού.

Στο κρουαζιερόπλοιο βρισκόταν με τον άντρα της και στη διάρκεια του ταξιδιού γνώρισαν τον νεαρό μηχανικό κι έκαναν παρέα οι τρεις τους.

Η έλξη ανάμεσα στη Τζούλι και τον Σκιαδόπουλο ήταν η αρχή αυτού που αργότερα εκείνος, αλλά και τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, θα αποκαλούσαν μεγάλο έρωτα.

Ήταν ένας παράφορος έρωτας. Μέσα σε διάστημα λίγων μηνών η Τζούλι πήρε διαζύγιο και μετακόμισε στην Ελλάδα.

Ο νέος εραστής της την παρουσίαζε ως αρραβωνιαστικιά του με την οποία ήθελε να κάνει οικογένεια.

Συγχρόνως παραιτήθηκε από τη δουλειά του για να μπορεί να είναι κοντά της. Εκείνη είχε δώσει την κηδεμονία της 3χρονης κόρης της στο πρώην σύζυγό της.

Αυτός λέγεται πως ήταν ένας από τους λόγους που εμφανίστηκαν τα πρώτα σύννεφα στη σχέση της με τον Έλληνα ναυτικό.

Παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο. Συνειδητοποίησε όμως πως δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από το παιδί της.

Οι διαφωνίες και οι καυγάδες άρχισαν να εμφανίζονται στη σχέση. 

Ο Σκιαδόπουλος δήλωσε την εξαφάνιση του θύματος στο αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας, ενώ τις επόμενες ημέρες έβγαινε στα τηλεοπτικά παράθυρα εκλιπαρώντας να τον βοηθήσουν να βρεθεί η σύντροφός του.

Οι αντιφάσεις όμως στις οποίες έπεφτε τον ανάγκασαν να ομολογήσει στους αστυνομικούς.

Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.

Το 2002 η ποινή του μειώθηκε στα 23 χρόνια λόγω καλής διαγωγής. Το 2009 αποφυλακίστηκε και έκτοτε του έχουν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και εμφάνισης σε Αστυνομικό Τμήμα.

Σκληρό θρίλερ στη Σαντορίνη

Η ζήλια ήταν η αιτία για το πιο φριχτό έγκλημα στα ελληνικά χρονικά. Αύγουστος 2008 Βούρβουλο Σαντορίνης.

Όλα έδειχναν ήρεμα στο ειδυλιακό νησί. Ένα τηλεφώνημα στο αστυνομικό τμήμα Φηρών έμελλε να προκαλέσει σοκ στο νησί  αλλά και όλο το πανελλήνιο. 

Ο 31χρονος Θανάσης Αρβανίτης, μάγειρας σε εστιατόριο στο Ημεροβίγλι σκοτώνει ύστερα από καυγά την 25χρονη σύζυγό του Αδαμαντία Κάρκαλη, δασκάλα από τη Θεσσαλονίκη, την οποία ζήλευε παθολογικά.

Στη συνέχεια αποκεφαλίζει το άψυχο σώμα της και αρχίζει να περιφέρεται στο νησί κρατώντας το κεφάλι της και το μαχαίρι στα χέρια, μπροστά στα έντρομα μάτια των περαστικών.

Όταν έφθασαν οι αστυνομικοί, ο 31χρονος  προσποιήθηκε ότι ήθελε να παραδοθεί και πλησίασε τον αστυνομικό που ήταν έξω από το περιπολικό και τον σημάδευε, αλλά ξαφνικά του επιτέθηκε με το μαχαίρι, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει στο στόμα.

Ο αστυνομικός πυροβόλησε και τραυμάτισε τον δράστη, ο οποίος ακόμη και τραυματίας πήρε το περιπολικό παρέσυρε και τραυμάτισε δύο γυναίκες γιατρούς, και σταμάτησε όταν οι αστυνομικοί εμβόλισαν το όχημα.

Ο Αθανάσιος Αρβανίτης  ήταν ένα άτομο με επιβεβαιωμένα ψυχολογικά προβλήματα από αρκετά νεαρή ηλικία. Άνθρωποι που τον γνώριζαν από τον Έβρο, όπου ζούσε, μιλούσαν για ένα αγόρι με φανερά προβληματική συμπεριφορά, που δημιουργούσε συχνά εντάσεις τόσο στη οικογένειά του, όσο και στο υπόλοιπο χωριό.

Όταν ήταν 21 χρονών και επιδίωξε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία, κρίθηκε  ανίκανος για στράτευση. Από τότε ακολούθησαν δύο χρόνια θεραπείας, με φαρμακευτικές αγωγές και περιοδικές νοσηλείες σε κλινική της Αλεξανδρούπολης.

Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε σε μια σχολή μαγειρικής. 

Η μοιραία γνωριμία

Στην Θεσσαλονίκη γνωρίστηκε με την Αδαμαντία Κάρκαλη, που μόλις είχε τελειώσει το σχολείο και είχε περάσει στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Ρεθύμνου Κρήτης.

Το ερωτευμένο ζευγάρι μετακόμισε λοιπόν στην Κρήτη, όπου η κοπέλα σπούδαζε και ο Αρβανίτης δούλευε μάγειρας σε εστιατόρια.

Ο ευέξαπτος χαρακτήρας του όμως προκαλούσε εντάσεις και στο εργασιακό του περιβάλλον με αποτέλεσμα η παραμονή του στις περισσότερες δουλειές να είναι σύντομη. Φυσικά παρόμοιες εντάσεις υπήρχαν και στην προσωπική σχέση του ζευγαριού. 

Οι γονείς της κοπέλας είχαν αντιληφθεί  τον προβληματικό χαρακτήρα του Αρβανίτη,  και συχνά την συμβούλευαν να τον αφήσει.

Χαρακτηριστικές ήταν οι δηλώσεις τους μετά το τραγικό συμβάν, που ανέφεραν ότι είχαν καταλάβει πως ο Αρβανίτης χρησιμοποιούσε την κοπέλα για να «επιβιώνει και να ανελιχθεί οικονομικά και κοινωνικά».

Η Αδαμαντία όμως, , δήλωνε ερωτευμένη μαζί του και πίστευε ότι μπορούσε να τον βοηθήσει να ξεπεράσει το πρόβλημά του.

Κάπως έτσι κατέληξαν το 2007 να παντρευτούν με πολιτικό γάμο και τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου μετακόμισαν στη Σαντορίνη, όπου η Αδαμαντία είχε διοριστεί δασκάλα.

Πώς έφτασε στο έγκλημα

Στη Σαντορίνη όλα έδειχναν ότι το ζευγάρι είχε κάνει μια νέα αρχή. . Η Αδαμαντία είχε γίνει αγαπητή στους μαθητές της και ο Θανάσης εργαζόταν ως μάγειρας σε ένα ξενοδοχείο.

Μπαίνοντας ο Αύγουστος του 2008, η συμπεριφορά του Θανάση άρχισε να γίνεται όλο και πιο επιθετική.

Η επιμονή της Αδαμαντίας να τον βοηθήσει τους οδήγησε σε έναν γιατρό, ο οποίος του χορήγησε ηρεμιστικά χάπια και τους πρότεινε να επισκεφτούν έναν ψυχίατρο. 

Μια μέρα πριν το τέλος, ο Αθανάσιος έκανε έναν άγριο καβγά στον χώρο της δουλειά του, που οδήγησε στην απόλυσή του, αλλά και δημιούργησε άλλη μια μεγάλη ένταση μεταξύ του ζευγαριού.

Αυτός φαίνεται να ήταν και ο λόγος που εκείνο το μοιραίο απόγευμα της 3ης Αυγούστου οι γείτονες τους άκουσαν να μαλώνουν πολύ έντονα και θορυβήθηκαν, παρόλο που ήταν συνηθισμένοι στους συχνούς καβγάδες του αλλόκοτου ζευγαριού.

Μια τελευταία κραυγή για βοήθεια ακούστηκε μέσα από το σπίτι και μετά όλα ησύχασαν.

Περίπου 10 λεπτά αργότερα η αστυνομία έφτασε στην περιοχή και αυτό που αντίκρισε ξεπερνούσε κάθε προσδοκία.

Τάσος Τσουχιαράς: Ο δολοφόνος από την Κοζάνη

Ιανουάριος του 2016. Ο 40χρονος αγρότης Τάσος Τσιουχάρας πνίγει την 37χρονη σύζυγό του Ανθή Λινάρδου την ώρα που τα τρία παιδιά της οικογένειας βρίσκονται στα δωμάτιά τους.

Αιτία του καυγά που προηγήθηκε ήταν η απόφαση της Ανθής να του ζητήσει να χωρίσουν.

«Θόλωσα» είπε ο συζυγοκτόνος στο δικαστήριο, ο οποίος μετά τη δολοφονία φόρτωσε το άψυχο σώμα στο φορτηγάκι του και το έθαψε στο χωράφι του, σε απόσταση 3 χιλιομέτρων από το σπίτι τους.

Στη συνέχεια συμμετέχει στις έρευνες για την εύρεση της Ανθής  και δηλώνει συντετριμμένος από την εξαφάνιση της γυναίκας του

"Όταν βρήκαμε νεκρή την γυναίκα του ομολόγησε"

Το χρονικό της τραγικής υπόθεσης με την 37χρονη Ανθή παρουσίασε ο Γενικός Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής Δυτικής Μακεδονίας, ταξίαρχος Δημοσθένης Χρήστου στη συνέντευξη Τύπου στο Αστυνομικό Μέγαρο Κοζάνης, λίγο μετά τη σύλληψη του δράστη.

Όπως είπε από την αρχή υπήρχαν υποψίες για το κοντινό της περιβάλλον, όμως η μαρτυρία ενός πλανόδιου ότι την είδε με μια σακούλα τρόφιμα άλλαξε την πορεία των ερευνών.

Όπως είπε, η αστυνομία άρχισε να παρακολουθεί διακριτικά τον σύζυγο.

«Τον φέραμε στην Ασφάλεια και έπεσε σε αντιφάσεις.

Καταλάβαμε ότι κάτι δεν πάει καλά.

Ψάξαμε τα χωράφια και είδαμε ότι είχε οργώσει ένα χωράφι. Δεν υπήρχε λόγος να το φρεζάρει αυτή την εποχή το χωράφι.

Με το που βρέθηκε το πτώμα μας είπε: «Παιδιά εγώ την στραγγάλισα και ας φάω ισόβια".

Μπορεί να μην γλίτωσε η κοπέλα, αλλά για τη μνήμη της και για την κοινωνία βρήκαμε ποιος το έκανε».

Ο Ταξίαρχος είπε ότι το Σάββατο λογομάχησαν και ο 40χρονος σύζυγος την έπνιξε, καθώς η ίδια ήθελε να πάρει τα παιδιά και να φύγει.

Αντώνης Δαγκλής: "Ο αντεροβγάλτης των Αθηνών"

Τον χειμώνα του 1995 εντοπίστηκαν τα τεμαχισμένα πτώματα δυο ιερόδουλων και στις «πιάτσες» ξέσπασε πανικός. Η αστυνομία είχε αποφανθεί ότι πρόκειται για κάποιον κατά συρροή δολοφόνο.

Ήταν ο Αντώνης Δαγκλής  ο κατά συρροή δολοφόνος που καταδικάστηκε για τις δολοφονίες τριών γυναικών και προσπάθησε να δολοφονήσει άλλες έξι στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου του 1997.

Γνωστός και ως ο "Αντεροβγάλτης των Αθηνών", καταδικάστηκε σε 25 χρόνια φυλάκισης.

Να πεθάνουν όλες

Η μητέρα του Δαγκλή ήταν ιερόδουλη ενώ ο ίδιος ήταν νταλικέρης.

Το επάγγελμα της μητέρας του ήταν η αιτία να μισήσει όλες τις ιερόδουλες.

Ο Δαγκλής είχε ταραγμένη παιδική ηλικία. Ο πατέρας του τον κακοποιούσε, ενώ η μητέρα του είχε αναγκαστεί, λόγω των οικονομικών τους προβλημάτων, να καταφύγει στην πορνεία.

Μάλιστα, ο ίδιος την είχε δει να συνευρίσκεται με πελάτη και όπως δήλωσε αργότερα, αυτό ήταν που τον έκανε να μισεί όλες τις ιερόδουλες.

 Τα θύματά του ήταν μόνο ιερόδουλες και έδρασε τα έτη 1992 εώς 1995. Το 1989 συνελήφθη για επίθεση σε μία ομάδα αντρών με μαχαίρι στο Ζάππειο.

Αρχικά, ο Δαγκλής ήταν ύποπτος για δύο δολοφονίες αφού συνελήφθη για βιασμό και απαγωγή μίας Αγγλίδας τουρίστριας, με το όνομα Ανν Χάμσον.

Όταν την απήγαγε, την ανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα.

Ωστόσο, όταν αυτή του είπε πως κάνει πορνεία προσωρινά ώστε να βγάλει λεφτά για να αγοράσει εισητήριο επιστροφής, την ελευθέρωσε.

Μετά τη σύλληψή του, ο Δαγκλής ομολόγησε το βιασμό, τον στραγγαλισμό και τον διαμελισμό δύο γυναικών, την πρόθεσή του να δολοφονήσει άλλες έξι γυναίκες, και την ληστεία όλων των οκτώ γυναικών.

Αργότερα ομολόγησε το διαμελισμό δύο γυναικών, Ελένης Παναγιωτοπούλου, ετών 29, και την Αθηνά Λαζάρου, ετών 26, με ένα πριόνι, και τις πέταξε γύρω από την Αθήνα.

Έπειτα, ο Δαγκλής ομολόγησε τον προηγουμένως άλυτο φόνο μία ιερόδουλης, της οποίας το διαμελισμένο σώμα βρέθηκε σε ένα κάδο το 1992.

Κατά τη διάρκεια της δίκης του, ο Δαγκλής είπε στο δικαστήριο:

"Μισούσα όλες τις ιερόδουλες και συνεχίζω να τις μισώ. Πήγαινα να τις δω για σεξ αλλά ξαφνικά άλλες εικόνες έρχονταν στο μυαλό μου.

Άκουγα φωνές οι οποίες με διέταζαν να σκοτώνω. Μία φορά σκέφτηκα να πνίξω τη μνηστή μου, αλλά συγκράτησα τον εαυτό μου".

Ο Αντώνης Δαγκλής αυτοκτόνησε στις 2 Αυγούστου του 1997, βρέθηκε απαγχωνισμένος στο κελί 33 του Ψυχιατρικού Καταστήματος των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού, με τον συγκρατούμενό του, Γ. Μακρίδη, να έχει αυτοκτονήσει και εκείνος

 

Ακολουθήστε το eirinika.gr στο Google News για να έχετε στο μενού σας ενδιαφέρουσες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο.

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε όλες τις αναρτήσεις του eirinika.gr και του madeingreece.news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ