To story της Barbara Jane Mackle: Tην απήγαγαν, την έθαψαν ζωντανή για 3 ημέρες, επιβίωσε, έκανε 4 παιδιά!

O απαγωγέας της, όταν αποφυλακίστηκε έγινε γιατρός...

Η Barbara Jane Mackle έζησε μια όμορφη ζωή. Η 20χρονη ήταν πανέμορφη και δημοφιλής, κόρη του Ρόμπερτ Φ. Mackle, ενός εκατομμυριούχου με έδρα το Μαϊάμι, ο οποίος με τους δύο αδελφούς του είχε την Deltona Corporation, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες οικοδόμησης κατοικιών στις ΗΠΑ. Ήταν πολύ καλός φίλος του Προέδρου Richard Nixon. Αλλά ένα χτύπημα στην πόρτα, πριν από σχεδόν 50 χρόνια, οδήγησε σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά και φρικιαστικά εγκλήματα στο ιστορικό των ΗΠΑ.

Η Μπάρμπαρα φοιτούσε στο πανεπιστήμιο Έμορυ στην Ατλάντα. Η ζωή της κυλούσε ομαλά μέχρι τα Χριστούγεννα του 1968 που άλλαξε δραματικά. Η Μπάρμπαρα Τζέιν αρρώστησε και επειδή το ιατρείο του πανεπιστημίου δεν είχε κενές κλίνες η μητέρα της τη μετέφερε σε ένα μοτέλ για να τη φροντίσει και στη συνέχεια θα επέστρεφαν στο σπίτι τους στη Φλόριντα.

Αργά τη νύχτα κάποιος χτύπησε την πόρτα του μοτέλ. Από την πόρτα ακούστηκε μια αρσενική φωνή που είπε ότι ο φίλος της Barbara (και ο μελλοντικός της σύζυγός ), Stewart Woodward, είχε εμπλακεί σε αυτοκινητιστικό ατύχημα.

Η Joan Mackle άνοιξε την πόρτα και ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με έναν άνδρα που κρατούσε ένα κυνηγετικό όπλο και μια γυναίκα συνεργάτη η οποία φορούσε μια μάσκα σκι: Garry Steven Krist, 23 ετών, και Ruth Eisemann-Schier, 26. Οι δύο έριξαν στο πρόσωπο της Jane χλωροφόρμιο και λιποθύμησε, ενώ στην συνέχεια την έδεσαν. Απήγαγαν την Μπάρμπαρα και την έβαλαν μέσα σε ένα μπλε αυτοκίνητο.

Στη συνέχεια την οδήγησαν σε ένα απομακρυσμένο δάσος όπου είχαν σκάψει έναν λάκκο. Μέσα υπήρχε ένα γυάλινο φέρετρο μήκους και πλάτους ενός μέτρου, όπου έβαλαν την Μπάρμπαρα, η οποία ήταν σε κατάσταση υστερίας. ...

Το φέρετρο ήταν εξοπλισμένο με μια αντλία αέρα, μια λάμπα που τροφοδοτείται με μπαταρία, νερό με ηρεμιστικά, και τα τρόφιμα. Δύο πλαστικοί σωλήνες παρείχαν στην Mackle αέρα.

Ο Krist και η Eisemann-Schier απαίτησαν 3.5 εκατομμύρια δολάρια, από τον πατέρα της Mackle. Ο πατέρας θα έπρεπε να βάλει τα χρήματα σε μια βαλίτσα και να την παραδώσει μόνος του. Αν συμφωνούσε με τους όρους έπρεπε να αφήσει τη βαλίτσα στο «Biscayne Bay» στο κέντρο του Μαϊάμι.

Η πρώτη προσπάθεια των απαγωγέων να πάρουν τα λύτρα απέτυχε όταν δυο αστυνομικοί τους εντόπισαν και έτσι αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή. Οι αστυνομικοί βρήκαν το αυτοκίνητό τους εγκαταλελειμμένο αργότερα.

Μέσα στο όχημα υπήρχαν φωτογραφίες ενός άντρα με καπέλο αστυνομικού και μια φωτογραφία της Μπάρμπαρα στην οποία απεικονιζόταν να κρατάει ένα χαρτί που έγραφε ότι είχε απαχθεί.

Οι απαγωγείς δεν επικοινώνησαν ξανά με την οικογένεια όμως ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα για τη ζωή της Μπάρμπαρας. Τότε ο πατέρας της παραχώρησε συνέντευξη τύπου στη οποία βεβαίωνε στους απαγωγείς ότι δεν είχε καμία σχέση με την αιφνιδιαστική επέμβαση της αστυνομίας. Μετά από λίγο, οι απαγωγείς ήρθαν ξανά σε επικοινωνία μαζί του και του είπαν να αφήσει τα χρήματα σε έναν δρόμο κοντά στο Μαϊάμι.

Ο πατέρας άφησε τα λύτρα στο σημείο όπου του υπέδειξαν και μαζί με τους άντρες του FBI περίμεναν ένα δεύτερο τηλέφωνο που θα τους υποδείκνυε την τοποθεσία που ήταν θαμμένη η Μπάρμπαρα. Πράγματι, λίγο αργότερα ο ένας απαγωγέας τηλεφώνησε στην οικογένεια και τους έδωσε οδηγίες, οι οποίες ωστόσο δεν ήταν ακριβείς.

Περίπου 100 άντρες του FBI σάρωσαν το δάσος σπιθαμή προς σπιθαμή. Αρκετή ώρα αργότερα, ένας πράκτορας άκουσε έναν θόρυβο μέσα από το έδαφος και οι άντρες άρχισαν να σκάβουν με τα χέρια στο σημείο. Μερικά λεπτά αργότερα, βρήκαν το κουτί μέσα στο οποίο ήταν θαμμένη και την έβγαλαν από τον τάφο της. Ήταν αδύναμη, όμως καλά στην υγεία της.

Η νεαρή Μπάρμπαρα ρωτήθηκε πώς παρέμεινε τόσο θετική όχι μόνο κατά τη διάρκεια της απαγωγής, αλλά και μετά καθώς η υγεία της δεν διέτρεχε κανέναν απολύτως κίνδυνο. Η ίδια τόνισε πως φανταζόταν να ξοδεύει τα Χριστούγεννα με την οικογένειά της και δεν αμφέβαλε ποτέ ότι θα διασωθεί.

Ο απαγωγέας της, Κριστ βρέθηκε κοντά στην ακτή της Φλώριντας με ένα ταχύπλοο που είχε αγοράσει με τα περισσότερα από τα χρήματα των λύτρων. Η Eisemann-Schier απέφυγε τη σύλληψη για 79 ημέρες. Ο Krist καταδικάστηκε και στάλθηκε στη φυλακή το 1969, αλλά απελευθερώθηκε υπό την επιβολή νόμου 10 χρόνια αργότερα.

Μάλιστα ο ίδιος μετά την αποφυλάκισή του αποφάσισε να γίνει γιατρός. Το 2001 πήρε το πτυχίο του στην Ιατρική, όμως υπήρξαν πολλές αντιδράσεις από την κοινωνία και τα παράτησε. Συνέχισε να έχει μπελάδες με την αστυνομία.

Από την άλλη η Μπάρμπαρα Τζέιν παντρεύτηκε τον Στιούαρντ Γούντγουαρντ και απέκτησε τέσσερα παιδιά. Η απαγωγή της απασχόλησε τα αμερικανικά μέσα, όμως το θύμα αρνήθηκε να δώσει συνεντεύξεις. Το 1969 έγραψε ένα βιβλίο σχετικά με την εμπειρία της στο οποίο έγραφε: «Ούρλιαζα και ούρλιαζα ξανά. Το χώμα έπεφτε πάνω μου έως ότου δεν μπορούσα να ακούσω τίποτα. Ούρλιαζα για αρκετή ώρα…».