Οscar De La Renta: Ο σχεδιαστής των διάσημων γυναικών είχε μότο: Ζήσε, αγάπα, γέλα - Η ζωή & το τέλος του gentleman της μόδας

Σαν σήμερα στις 20 Οκτωβρίου 2014, έφυγε ο μεγάλος Δομινικανός σχεδιαστής μόδας.

Μερικές ημέρες αισθάνομαι ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο. Κατάφερα να κάνω το μότο μου πράξη: Ζήσε! Αγάπα! Γέλα!» Αυτή η φράση συμπυκνώνει την κοσμοθεωρία του 82χρονου Οσκαρ ντε λα Ρέντα, του θρυλικού Αμερικανού σχεδιαστή μόδας που πέθανε  πριν από 3 χρόνια σαν σήμερα. Στις 20 Οκτωβρίου 2014.

O τελευταίος couturier της γενιάς του είχε φροντίσει να μην αφήσει καμία εκκρεμότητα πίσω του σε περίπτωση που δεν κατάφερνε να νικήσει τη μάχη με τον καρκίνο -  15 μέρες πριν πεθάνει ανακοίνωσε ότι αντικαταστάτης του θα είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του οίκου Νίνα Ρίτσι, Πίτερ Κόπινγκ, υπογραμμίζοντας ότι σκοπεύε  να μετέχει ενεργά στη μετάβαση. Δεν πρόλαβε.

 Γεννήθηκε στη Δομινικανή Δημοκρατία, μοναχογιός σε μια εύπορη οικογένεια με επτά παιδιά. Ο πατέρας του εργαζόταν στον ασφαλιστικό τομέα και «επέμενε να ακολουθήσω τα βήματά του». Μάταια. Μετά το θάνατο της μητέρας του, στα 18 του, μετακόμισε στη Μαδρίτη για να σπουδάσει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. Η πατρίδα του τον ενέπνεε να πειραματίζεται με περίτεχνα μοτίβα και να δίνει χρώμα στις εντυπωσιακές δημιουργίες του, που θύμιζαν θεατρικά κοστούμια. «Το καλό γούστο έχει να κάνει με κοινή λογική», έλεγε. Η καριέρα του στη μόδα ξεκίνησε «μαζεύοντας καρφίτσες από το πάτωμα» ως μαθητευόμενος του Cristobal Balenciaga. Η πορεία του συνεχίστηκε στα σαλόνια των Παρισίων, όπου απέρριψε πρόταση συνεργασίας από τον Christian Dior για να εργαστεί στο ατελιέ του οίκου Lanvin πλάι στον Αντόνιο Καστίγιο. Το 1963 προσγειώθηκε στη Νέα Υόρκη και μέσα σε 24 ώρες έπιασε δουλειά στην μπουτίκ της Ελίζαμπεθ Αρντεν στην 5η Λεωφόρο με μισθό 700 δολάρια την εβδομάδα! Ετσι νοίκιασε το πρώτο του διαμέρισμα με γείτονα τον Τενεσί Ουίλιαμς. «Αχίλλειος πτέρνα μου είναι η μοναξιά», έλεγε και την ίδια περίοδο ξεκίνησε να κάνει παρέα με τον Τρούμαν Καπότε και τον Σεσίλ Μπίτον.

Δύο χρόνια αργότερα εγκαινίασε τον δικό του οίκο μόδας στο Μανχάταν. Η φήμη του απογειώθηκε καθώς η τότε Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ Τζάκι Κένεντι έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση στα ταγέρ και τα γυναικεία κοστούμια που εκπέμπουν πλούτο και δύναμη. Ακολούθησε μια λαμπρή πορεία πέντε δεκαετιών. Εβαλε την υπογραφή του στην γκαρνταρόμπα διάσημων γυναικών, όπως η Νάνσι Ρίγκαν, η πριγκίπισσα Νταϊάνα, η Μισέλ Ομπάμα, η Λόρα Μπους -η οποία δήλωσε πως είναι «ο άνθρωπος που κάνει τις γυναίκες να φαίνονται και να νιώθουν όμορφες»- αλλά και η καλή του φίλη Χίλαρι Κλίντον. «Δουλεύει 20 χρόνια για να με κάνει fashion icon παρά τη θέλησή μου», έλεγε. Αφέθηκε, όμως, στα χέρια του και ανανέωσε την εικόνα της λανσάροντας παστέλ παντελόνια, που έμελλαν να γίνουν το σήμα κατατεθέν της. Από το 1989 έως το 2002 έγινε ο πρώτος Αμερικανός σχεδιαστής που διηύθυνε πολυτελή οίκο στο Παρίσι, τον Balmain.

«Δεν παίρνω τον εαυτό μου πολύ στα σοβαρά. Αν κάποιος με ρωτούσε τι είναι ο Οσκαρ ντε λα Ρέντα, θα έλεγα ότι είναι ένα όμορφο φόρεμα», είχε δηλώσει. H ιδιοφυΐα του έγκειται στο ότι έκανε τη μόδα να μοιάζει με όνειρο βγαλμένο από παραμύθι, με πρόσφατο παράδειγμα το αριστοτεχνικό νυφικό που έραψε για την Αμάλ Αλαμουντίν. Δημιούργησε φορέματα-υπερπαραγωγές κι έκανε τη μέση γυναίκα να φαντάζεται τον εαυτό της ντυμένη πριγκίπισσα με φτερά, βολάν και δαντέλες - λίγη σημασία έχει αν οι δημιουργίες του είναι εντελώς απρόσιτες για τις περισσότερες. Οι μούσες του, οι «κύκνοι» του όπως τις αποκαλούσε, ήταν οι δυναμικές γυναίκες που κάνουν ακόμη και το πιο επίσημο ένδυμα να μοιάζει ευκολοφόρετο. Κατάφερε να πείσει ακόμη και τις πιο ισχυρές προσωπικότητες ότι μπορούν να φορέσουν χρώματα, ογκώδη υφάσματα ή εκκεντρικά αξεσουάρ χωρίς να χάσουν ίχνος από τη σοβαρότητα και την κομψότητά τους.

Κάπως έτσι, από couturier της υψηλής κοινωνίας έγινε αργότερα γκουρού της χολιγουντιανής λάμψης και του κόκκινου χαλιού. Στο πελατολόγιό του προστέθηκαν αστέρες του κινηματογράφου (Πενέλοπε Κρουζ, Νικόλ Κίντμαν), της μουσικής (Μπιγιονσέ, Τζένιφερ Λόπεζ), της δημοσιογραφίας (Αννα Γουίντουρ, Οπρα Γουίνφρι), της μόδας (Ναόμι Κάμπελ, Σίντι Κρόφορντ), ενώ από τη λίστα δεν θα μπορούσε να λείπει και η απόλυτη φασιονίστα Σάρα Τζέσικα Πάρκερ. Μέσω της τηλεοπτικής σειράς «Sex and the City» από την πρωταγωνίστρια και ορκισμένη θαυμάστριά του υμνήθηκε ως κορυφαίος μόδιστρος. Η διάσημη ηθοποιός συγκέντρωσε όλα τα βλέμματα πάνω της στο Met Gala 2014 χάρη στο κόκκινο λογότυπο που κοσμούσε την ουρά της ασπρόμαυρης τουαλέτας της διά χειρός Ντε λα Ρέντα, μια λεπτομέρεια που ήταν δική της ιδέα. «Ποτέ δεν θα τολμούσε κάτι τέτοιο από μόνος του, είναι υπερβολικά μετριόφρων».

 

Ο χαμηλών τόνων χαρακτήρας του σε συνδυασμό με το ταλέντο του αναγνωρίστηκαν με πολλά βραβεία - κι ενώ τα τελευταία χρόνια πάλευε με τον καρκίνο. «Το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε οι άνθρωποι είναι που δεν αποδεχόμαστε το θάνατο. Πιστεύουμε ότι θα ζήσουμε για πάντα. Για εμένα η αρρώστια ήταν ένα καμπανάκι προειδοποίησης. Εμαθα να εκτιμώ την κάθε μέρα. Η ζωή είναι σαν την κηπουρική: όσο είσαι νέος, φυτεύεις και ποτίζεις (επενδύεις) και όταν μεγαλώνεις, έρχεται η ώρα της συγκομιδής (απολαμβάνεις)».

Ισως γι’ αυτό, ενώ πάντα έπαιρνε στα σοβαρά τη δουλειά του, η προσωπική του ζωή είχε μεγαλύτερη σημασία. «Θαυμάζω στις γυναίκες την αυτοπεποίθηση και την καλοσύνη και ο Θεός μού έκανε το ίδιο δώρο δύο φορές». Τη δεκαετία του ’80 πόζαρε με τη σύζυγό του, Φρανσουάζ ντε Λανγκλάντ, αρxισυντάκτρια της γαλλικής Vogue, στο εξώφυλλο του New York Times Magazine με τίτλο «Το να ζεις ευτυχισμένος είναι η καλύτερη εκδίκηση». Μετά το θάνατό της το 1983 υιοθέτησε έναν γιο, τον Μωυσή, από τη Δομινικανή Δημοκρατία. Πέντε χρόνια μετά, έκανε έναν δεύτερο γάμο με τη φιλάνθρωπο και εκδότρια Ανέτ Ενγκελχαρντ, με την οποία παρέμεινε παντρεμένος έως το τέλος της ζωής του.

Παρά την περιπέτεια της υγείας του, παρέμενε ενεργός και δημιουργικός, σχεδιάζοντας τέσσερις κολεξιόν με 50 σύνολα η καθεμιά. Σημειωτέον ότι η τιμή ενός φορέματος pret a porter είναι περίπου 5.000 δολάρια, ενώ ενός haute couture συχνά ξεπερνά τα 15.000 δολάρια. Επιπλέον κυκλοφόρησε με την υπογραφή του νυφικά φορέματα, αρώματα, παπούτσια, τσάντες, είδη σπιτιού, κοσμήματα, με αποτέλεσμα ο ετήσιος τζίρος της εταιρείας του να φτάσει τα 600 εκατ. δολάρια.

 

Σε μια άκρως ανταγωνιστική βιομηχανία, κατάφερε να παραμένει πάντα επίκαιρος. «Μπορεί να έζησαν πιο πρωτότυποι, αυθεντικοί και επιτυχημένοι σχεδιαστές από τον Οσκαρ, κανείς όμως δεν υπήρξε τόσο ατρόμητος όσο εκείνος», γράφει η Cathy Horin στους New York Times. Η Αννα Γουίντουρ, διευθύντρια της αμερικανικής Vogue, αποδίδει την επιτυχία του στον πολύπλευρο χαρακτήρα του. «Δεν ήταν σνομπ. Ηταν αυθόρμητος και ειλικρινής σε μια εποχή που οι περισσότεροι συνάδελφοί του δεν τολμούν να πουν κουβέντα χωρίς μάνατζερ. Ηταν ο τύπος που θα καλούσε το ζεύγος Κλίντον για δείπνο, θα ήταν άψογος οικοδεσπότης, αλλά θα πήγαινε και στην κουζίνα να παίξει ντόμινο με τους μάγειρες», λέει.

Παρά τον αέρα παλαιάς εποχής που απέπνεαν οι τρόποι του, ήταν πάντοτε ένα βήμα μπροστά από την εποχή του. «Κοιτάζω μπροστά - η πιο σημαντική κολεξιόν είναι πάντα η επόμενη», έλεγε ο ίδιος. Η τελευταία του διαφημιστική καμπάνια κυκλοφόρησε μόνο στα κοινωνικά δίκτυα. Ο λογαριασμός της εταιρείας του στο Twitter OscarPRGorl λειτουργεί ως live blog και έχει εξελιχθεί σε ιντερνετικό φαινόμενο με εκατομμύρια ακολούθους.